ΟΜΙΛΙΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ ΜΑΡΙΝΑΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΛΦΙΚΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

Ο μεγάλος μας αρχαιολόγος Σπ. Μαρινάτος μιλά για το Δελφικό μαντείο μετά απο προσωπικές του έρευνες τόσο επι τόπου όσο και σε αρχαίες πηγές.
Το κείμενο είναι σε απλή καθαρεύουσα (δεκαετία του 50 γαρ και επίσημο το ακροατήριο) και διαβάζεται εύκολα. Παρ’ όλη την έκτασή του, καθώς αποτελεί κείμενο ομιλίας, και παρά την μεγάλη χρονική περίοδο που μας χωρίζει, οι αναφορές του και τα συμπεράσματά του είναι χρήσιμα ακόμη και σήμερα για κάθε αντικειμενικό μελετητή της ελληνικής αρχαιότητας.

Πηγή : sakketosaggelos

-Μια συγκλονιστική -άγνωστη στο ευρύ κοινό- ομιλία του πανεπιστημιακού μας δασκάλου, Σπυρίδωνος Μαρινάτου, που είχε κάνει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στα μέσα της δεκαετίας του 1950, παρουσία του τότε Βασιλέως της Ελλάδος Παύλου και της Βασιλίσσης Φρειδερίκης, για τις αρχαιολογικές του έρευνες στους Δελφούς, όπου μεταξύ άλλων, είπε τα εξής:

«Κατά τα τελευταία έτη πολλά βιβλία εγράφησαν περί του μαντείου των Δελφών, περί της Πυθίας, περί των χρησμών, οίτινες τοσούτον έσχον κύρος και επίδρασιν εις την ζωήν της αρχαιότητος 1. Μερικοί ερευνηταί αποκλίνουν να φαντασθούν, ότι ολόκληρον το κολοσσιαίον κύρος του μαντείου ωφείλετο απλώς εις αγυρτείαν και απάτην των ιερέων 2, οι οποίοι εφεύρον τους ενθουσιασμούς και την μανίαν της Πυθίας. Η Πυθία υπεβάλλετο προηγουμένως εις ειδικήν δίαιταν. Κυριώτατα όμως υφίστατο την επίδρασιν αναθυμιάσεων ή ατμών ή πνεύματος εξερχομένου εκ χάσματος. Δια τούτο εκάθητο επί τρίποδος ευρισκομένου υπέρ το χάσμα. Τούτο ευρίσκετο εντός του αδύτου του ναού του Απόλλωνος. Η σημερινή επιστήμη έρχεται να υποβάλη πάντα ταύτα εις κριτικήν. Πρώτον, εντός του αδύτου του ναού δεν παρουσιάσθη ίχνος του χάσματος, παρ’ όλας τας επιμελεστάτας ερεύνας των Γάλλων ανασκαφέων. Δεύτερον, δεν είναι πιθανόν να εξηφανίσθη το χάσμα λόγων των συνεχών σεισμών και μετακινήσεων του βραχώδους όγκου του Παρνασσού, διότι ακριβώς ο ναός εδράζεται επί τμήματος σχιστολιθικού και αργιλλώδους εδάφους, το οποίον υπόκειται ολιγώτερον εις τοιαύτας γεωλογικάς μεταβολάς.

Τρίτον, αι μαρτυρίαι περί του χάσματος και των αναθυμιάσεων είναι σχετικώς μεταγενέστεραι, διότι πρώτοι τας αναφέρουν ο Διόδωρος και ο Στράβων, ήτοι κατά τον τελευταίον π.Χ. αιώνα1. Τέταρτον, αι αρχαίαι μαρτυρίαι χρησιμοποιούν τας εκφράσεις «έχρησεν ο θεός» και συγχρόνως «ο θεός ανείλεν». Ο τελευταίος ούτος τρόπος της ιερατικής ορολογίας των Δελφών λύει το ζήτημα, διότι η φράσις σημαίνει κατά κυριολεξίαν «ο θεός εσήκωσε». Δεδομένου δε ότι και άλλοθεν γνωρίζομεν, ότι εν Δελφοίς ησκείτο η δια κλήρου μαντική, ο θεός άρα εσήκωνε τον κλήρον.Οι μη θέλοντες να λύσουν το ζήτημα κατά τον Γόρδιον τρόπον χρησιμοποιούν την συνδυαστικήν οδόν. Χάσμα ήτο, λέγουν, η βαθεία χαράδρα της Κασταλίας, η οποία χωρίζει τας δύο Φαιδριάδας. Εκεί ήτο και το ιερόν νάμα της πηγής. Εκείθεν εξεκίνησε το πανάρχαιον μαντείον της Γης, το οποίον εξετόπισε ελθών εκ της Μικράς Ασίας ο Απόλλων. Εφόνευσε τον Πύθωνα, τον ιερόν δράκοντα της πηγής, εισήγαγε τους ιδικούς του τρόπους μαντικής, την Μικρασιατικήν Σίβυλλαν, ενταύθα λεγομένην Πυθίαν, πιθανώς έν είδος θνητής συζύγου ή παλλακής, δι’ ής δηλοί την θέλησίν του. Το ιδικόν του όμως ιερόν ίδρυσεν ολίγα μέτρα Δυτικώτερον, ήτοι εις την σημερινήν θέσιν του ναού, ένθα ουδέποτε απεσβέσθη και η ανάμνησις της Γης.

Το ουσιώδες πάντως είναι, ότι έχομεν προ ημών ολόκληρον την παράδοσιν της αρχαιότητας, ήτις ομιλεί αφ’ ενός περί μαντικού ενθουσιασμού της Πυθίας μανίας , ως την ονομάζει ο Πλάτων, αφ’ ετέρου περί χάσματος, ού η αναθυμίασις ενεποίει την μαντικήν μανίαν.Την μαντικήν κατάστασιν της Πυθίας δεν είναι δυνατόν ν’ αμφισβητήσωμεν, διότι επ’ αυτής βασίζεται ολόκληρος η ύπαρξις και η φήμη του μαντείου. Η Πυθία υπεβάλλετο εις ειδικήν δίαιταν, ως είπομεν, και παρεσκευασμένη «κατήρχετο» εις το άδυτον. Τα κατ’ αυτήν υπάγονται γενικώς εις ψυχοπαθολογικήν κατάστασιν υστερικών ατόμων, ως τα σημερινά medium.Αι δυσκολίαι αρχίζουν από του σημείου του χάσματος και του εκείθεν εκπεμπομένου πνεύματος, το οποίον μαρτυρείται ότι ενέπνεε την Πυθίαν. Επειδή αι ανασκαφαί δεν απεκάλυψαν το χάσμα, η νεωτέρα επιστήμη αρνείται και τούτο και τας αναθυμιάσεις. Αύτη όμως δεν είναι η καλυτέρα ερμηνεία. Η παράδοσις δεν είναι τοιαύτης φύσεως, ώστε να την αρνηθώμεν τόσον ευκόλως, διότι απετέλει ακριβώς το κυριώτατον θείον φαινόμενον της Δελφικής μυσταγωγίας. Η αναθυμίασις υπήρχε και υπάρχει ακόμη μέχρι σήμερονΕις τούτο δε θα μας βοηθήση ο σημερινός λαός μας και η παράδοσίς του, ήτις εις τους Δελφούς δεν απέθανε ποτέ.

Πρώτον πρέπει εν ολίγοις να εκθέσωμεν, πώς παραδίδονται τα κατά το χάσμα και τον εξ αυτού αναδιδόμενον αέρα, διότι εις τούτο το φαινόμενον είναι δυνατόν να έγκειται ολόκληρος η σημασία, την οποίαν απέκτησαν οι άλλως δυσπρόσιτοι και άξενοι Δελφοί.Πρώτος ο Διόδωρος αναφέρει εν εκτάσει περί χάσματος, είναι δε γνωστόν, ότι ο συγγραφεύς ούτος ήτο επιμελής ερανιστής εκ παλαιών και καλών πηγών. Κατ’ αυτόν λοιπόν βόσκουσαι αίγες ανεκάλυψαν πρώται τας ιδιότητας του χάσματος, διότι μόλις επλησίαζον προς αυτό εσκίρτων και άφηνον ιδιαιτέραν φωνήν. Ο φυλάττων το ποίμνιον επλησίασε και έσκυψεν εκ περιεργείας εις το χάσμα, έπαθε δε τον αυτόν ενθουσιασμόν και αμέσως προέλεγε τα μέλλοντα. Το αυτό έπαθον και άλλοι οίτινες μάλιστα επήδων εντός του χάσματος και απώλλυντο, ούτω δε το μαντείον έγινε γνωστόν και ενομίσθη ότι ανήκεν εις την Γην. Τότε ήτο ακόμη έρημος ο τόπος, το δε χάσμα, προσθέτει ο Διόδωρος, έκειτο εκεί όπου είναι το άδυτον του σημερινού «ιερού».Τα αυτά αναφέρει και ο Στράβων, σχεδόν σύγχρονος του Διοδώρου (1ος αιών), προσθέτων όμως ότι εκ του άντρου, το οποίον δεν ήτο ευρύστομον, ανεφέρετο «πνεύμα ενθουσιαστικόν». Οι λοιποί συγγραφείς οι περί του φαινομένου ομιλούντες ανήκουν εις την μετά Χριστόν εποχήν και ομιλούν περί ατμού ενθέου, αναθυμιάσεως, πνεύματος λεπτού και πυρώδους (Ιάμβλιχος), πνεύματος ψυχρού (Ιουστίνος) και τέλος βεβαιούν ότι το ρεύμα του αέρος ήτο άλλοτε ισχυρότερον και άλλοτε ασθενέστερον. Ο Πλίνιος προσθέτει, ότι η εν Δελφοίς αναθυμίασις (exhalatio) ήτο μεταξύ των πρωτίστων ομοίων, αίτινες ενεποίουν μαντικήν κατάστασιν εμπνεύσεως. Όλως ιδιατέρας σημασίας είναι η μαρτυρία του Πλουτάρχου. Ο θεοσεβής ούτος και άλλως ενάρετος άνθρωπος, είς των μεγάλων συγγραφέων πάσης εποχής, εχρημάτισε άνω των 20 ετών ιερεύς εις τους Δελφούς. Αφιέρωσεν εις τον ιερόν τόπον αρκετάς συγγραφάς του. Εις δύο κυρίως εξ αυτών (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων και Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν), ομιλεί εν εκτάσει, έστω και συγκεκαλυμμένως όπου είναι ανάγκη, περί των Δελφικών προβλημάτων. Είναι λοιπόν λίαν αξιοσημείωτον, ότι το μεν χάσμα και τον εξ αυτού αναδιδόμενον αέρα αναφέρει αδιστάκτως και πολλάκις. Εκείνο το οποίον ουδέποτε είπεν, είναι ότι το χάσμα έκειτο εις το άδυτον του ναού. Τούτο είναι μεγάλης σημασίας, ως θα ίδωμεν κατωτέρω. Ενδιαφέρον ωσαύτως είναι ότι την αναθυμίασιν περιγράφει ο Πλούταρχος ως ουχί σταθεράν, αλλ’ έχουσαν άλλοτε εξασθενήσεις και άλλοτε σφοδρότητας.

Αναφέρει ωσαύτως, και επικαλείται μάρτυρας, ότι το αναδιδόμενον πνεύμα είναι κατά άτακτα διαστήματα πλήρες ευωδίας. Χαρακτηριστικώς δε βεβαιοί, ότι της ευωδίας ταύτης πληρούται ο οίκος, εντός του οποίου εκάθηντο οι περιμένοντες τους χρησμούς, και ότι η ευωδία προήρχετο εκ του αδύτου.Σπουδαίον τέλος θεωρώ το γεγονός, ότι εις μίαν περίπτωσιν ο Πλούταρχος, ίσως μάλιστα υποσυνειδήτως, ομιλεί κατά τοιούτον τρόπον περί του αναδιδομένου αέρος, ώστε δικαιούμεθα να συναγάγωμεν, ότι δεν πρόκειται περί του αδύτου του ναού. Διότι αντί ν’ αναφέρη τούτο ονομαστί, όπερ θα έπραττεν ασφαλώς, αν ηδύνατο να το πράξη, μεταχειρίζεται την εξής φράσιν (πρόκειται να ευρεθή αιτιολογία του γεγονότος, ότι η Πυθία δεν δίδει πλέον εμμέτρους χρησμούς): Έν εκ των δύο πρέπει να συμβαίνη, ή η Πυθία δεν πλησιάζει την τοποθεσίαν, όπου ευρίσκεται το θείον, ή η αναθυμίασις έχει σβήσει τελείως και εξέλιπεν η δύναμίς της. Κατά τα άλλα ο Πλούταρχος επιβεβαιοί την παράδοσιν του Διοδώρου περί αρχικής αποκαλύψεως του χάσματος υπό αιγών, λέγει ότι αύτη ήτο η τοπική παράδοσις των Δελφών και δίδει και το όνομα του ποιμένος, όστις ελέγετο Κορήτας. Σημειωτέον ότι τινές εταύτισαν το όνομα προς τους Κρητικούς Κουρήτας, ευρίσκοντες μίαν επί πλέον σχέσιν προς την Κρήτην.Ο Πλούταρχος μας δίδει ίσως μίαν άλλην συγκεκαλυμμένην νύξιν περί του χάσματος. Ομιλών περί του «χωρίου», όπου ευρίσκετο η θεία αναθυμίασις, χρησιμοποιεί την εξής σκηνογραφίαν: Παριστάνει τους ήρωας του διαλόγου (διότι προτιμά γενικώς την διαλογικήν μορφήν του λόγου) περιερχομένους τον ναόν του Απόλλωνος, ίνα εν τέλει καθίσουν επί του μεσημβρινού κριπιδώματος του ναού και συνομιλήσουν έχοντες ενώπιόν των το ιερόν της Γης. Τότε ο Βόηθος, είς των ηρώων του διαλόγου, λέγει ότι «και ο τόπος της απορίας συνεπιλαμβάνεται τω ξένω», ήτοι βοηθεί και ο τόπος να γίνη συζήτησις περί της σημερινής ελλείψεως εμπνεύσεως και αμουσίας της Πυθίας. Δεν γίνεται όμως περαιτέρω λόγος περί αναθυμιάσεων, αλλά περί Μουσών και νάματος. Ημείς όμως γνωρίζομεν ήδη, εξ όσων ανωτέρω εμνημονεύθησαν, ότι προς το ιερόν και το αρχικόν μαντείον της Γης συνεδέοντο ακριβώς αι αναθυμιάσεις του χάσματος.
Το ιερόν της Γης απεκαλύφθη υπό των ανασκαφών ακριβώς εις ήν θέσιν αναφέρει ο Πλούταρχος, προ της μεσημβρινής πλευράς του ναού. Περιγράφεται ως «άκομψοι και απειρόκαλοι βράχοι, οίτινες υψούνται και σήμερον εν τω μέσω του τεμένους και του χώρου, ον εκόσμουν πάλαι ποτέ πέριξ πλήθος φιλοκάλων και πλουσίων κτηρίων και κόσμος αγαλμάτων και αναθημάτων…Είναι το παμπάλαιον ιερόν της Γης. Ενταύθα ήτο το χάσμα το αναδίδον πνοήν…».
Αλλ’ υπάρχει και η τελευταία αμάχητος απόδειξις, ότι δεν ήτο δυνατόν η αρχαιότης να ομιλή περί ανυπάρκτου φαινομένου. Το «πνεύμα» υπάρχει και σήμερον και το γνωρίζουν οι κάτοικοι των Δελφών. Ολίγον μετά την ανέγερσιν του νέου «Τουριστικού» ξενοδοχείου εις το άκρον του σημερινού χωρίου των Δελφών ήκουσα κατά τινα μετάβασίν μου εκεί τον Μάρτιον του 1955 να ομιλούν περί της «ανεμότρυπας», την οποίαν απέκοψεν εν μέρει η χάραξις της σημερινής αμαξιτού. Ο Κεραμόπουλλος ομιλεί ήδη, έστω και αορίστως περί «ρωγμής κατά το δυτικόν άκρον του χωρίου» και προφανώς υπονοεί αυτό το χάσμα.

Δεν χρειάζονται πολλαί γεωλογικαί γνώσεις, ίνα ερμηνεύση τις το φαινόμενον. Η καρστική διάπλασις των ορεινών ασβεστολιθικών όγκων της Ελλάδος σχηματίζει άφθονα σπήλαια, υπογείους κοιλότητας και σχισμάς. Πολλά σπήλαια παρουσιάζουν και ρεύμα αέρος. Αρκεί τα δύο στόμια μιας σχισμής να ευρίσκωνται εις άνισον ύψος, ίνα η διαφορά δυναμικού της ατμοσφαιρικής πιέσεως σχηματίση το ρεύμα. Η φορά του πνέοντος ανέμου ή η άνισος υπό του ηλίου θέρμανσις δύνανται να επιτείνουν ή να εξασθενήσουν το ρεύμα. Ο αρωματισμός του είναι δυνατός εις ωρισμένας εποχάς του έτους υπό θύμου ή σφάκου ή των ανθέων της εποχής. Τέλος είναι δυνατόν να υπήρχε σταθερώς ή κατά καιρούς και πρόσμειξις γεωδών αναθυμιάσεων (λ.χ. μεθανίου), ήτις καθίστα το πνεύμα τού χάσματος μεθυστικόν. Περί τούτων βεβαίως αρμόδιοι είναι οι ειδικώτεροι όπως αποφανθούν, πάντως ουδέν το αδύνατον ή απίθανον υπάρχει εις τας αρχαίας παραδόσεις περί του Δελφικού χάσματος.Η σημερινή «Ανεμότρυπα» παρέχει πνεύμα άλλοτε ψυχρόν, άλλοτε θερμόν, άλλοτε εντονώτερον και άλλοτε ασθενέστερον. Κατά τας ψυχράς ημέρας αναδίδει ατμόν, εξ ου και η παρουσία της καθίστατο αισθητή από εκατοντάδων μέτρων. Πάντα ταύτα είναι βέβαια και τα γνωρίζουν πάντες οι χωρικοί. Το μόνο αβέβαιον παραμένον είναι η οσμή, διότι είς μόνον χωρικός έτυχε να με βεβαιώση, ότι ενίοτε η Ανεμότρυπα αναπέμει οσμήν θειώδη. Οι άλλοι όμως χωρικοί δεν επιβεβαίωσαν το πράγμα .

Ο Σπ. Μαρινάτος στην ανεμότρυπα το 1955

Θεωρώ πιθανόν, ότι η σχισμή είναι μία και μόνη, ήτις διήκουσα με γενικήν κατεύθυνσιν από Α προς Δ διέρχεται υπό το ιερόν, και εξέπεμπεν άλλοτε την αναθυμίασιν εντός αυτού, πιθανώτατα παρά το ιερόν της Γης. Λόγω των συνεχών και σφοδρών σεισμών (η Ν κλιτύς του Παρνασσού είναι από τα σεισμοπαθέστερα μέρη της Ελλάδος), πιθανώς να υπέστησαν τα πετρώματα ελαφράν μετακίνησιν, εξ ης εφράχθη το εν στόμιον και ηνοίχθη άλλο, η σημερινή Ανεμότρυπα. Της Κασταλίας το ύδωρ μετεκινήθη πολλάκις και άλλοτε και κατά το 1870 λόγω των σεισμών. Είναι όμως εξ ίσου δυνατόν, η σημερινή Ανεμότρυπα να είναι διακλάδωσις του Δελφικού χάσματος ή ακόμη και τελείως ανεξάρτητον χάσμα. Το γεγονός πάντως παραμένει, ότι έχομεν εγγύς του ιερού και σήμερον το αυτό φαινόμενον, περί του οποίου τόσον πολύ ωμίλει η Αρχαιότης, και δη καλύπτον πάντας τους διαφόρους τρόπους, υφ’ ούς περιγράφεται το «πνεύμα».Είναι πάντως αληθές, ότι αι μαρτυρίαι περί του χάσματος είναι μεταγενέστεραι, μη ανερχόμεναι προς το παρόν πέραν του 1ου αιώνος. Ο Διόδωρος, όστις είναι ο παλαιότατος μάρτυς, έδωκε συγχρόνως αφορμήν εις αμφισβήτησιν του όλου ζητήματος περί χάσματος και αναθυμιάσεως, διότι μνημονεύει ότι έκειντο εις το «άδυτον» του «ιερού». Επί πλέον, η συχνή έκφρασις ότι η Πυθία «κατέβαινεν» εις το άδυτον, ωδήγησεν εις σειράν μοιραίων παρεξηγήσεων. Άδυτον, ως ήτο φυσικόν, ενομίσθη το μέρος του ναού το όπισθεν του σηκού, ένθα εις τινας αρχαίους ναούς υπήρχεν χωριστόν διαμέρισμα , εις ό εδίδετο το όνομα άδυτον. Ο ναός του Απόλλωνος εις το τμήμα εκείνο ανεσκάφη εσωτερικώς μέχρι του φυσικού βράχου, όστις συνέβη να ανακαλυφθή συμπαγής και απολύτως αρραγής. Αναμφιβόλως λοιπόν εκεί ουδέποτε υπήρξε χάσμα. Επειδή η Πυθία «κατέβαινεν» εδέχθησαν (λόγω ιχνών βαθμίδων) δύο πατώματα εις το άδυτον του ναού. Έξωθεν ανέβαινεν η Πυθία εις το ανώτερον, ίνα είτα καταβή εις το κατώτερον, πράγματα περίπλοκα και μη αναγκαία.Αλλ’ ήτο όντως τούτο το άδυτον του χάσματος;Ο Κεραμόπουλλος έκαμεν ήδη την ορθήν παρατήρησιν, ότι εσωτερικώς οι τοίχοι του ναού δεν φέρουσι πρόσωπον εις το ανασκαφέν τμήμα, επομένως τούτο ουδέποτε προωρίσθη να είναι ορατόν 1. Αναγινώσκων τις τας παλαιοτάτας μαρτυρίας, αίτινες είναι όλαι ποιητικαί, επομένως ασαφείς και επιδεχόμεναι ελαστικήν ερμηνείαν, δεν θα αποκομίση καθαράν εντύπωσιν. Η σχετικώς σαφεστέρα έκφρασις είναι Πίνδ. Ολ. VII 59-60, χρυσοκόμας ευώδεος εξ αδύτου ναών πλόον είπε. Σκοτεινότερονς είναι ο λόγος εν Πυθ. XI 4-5, χρυσέων ες άδυτον τριπόδων θησαυρόν. Εν τω χορικώ Ιφ. Τ. 1257 αδύτων ύπο, Κασταλίας ρεέθρων γείτων, είναι αδύνατον να συμπεράνη τις ποίον άδυτον νοεί ο Ευριπίδης. Ωσαύτως ο αναγινώσκων τας Ευμενίδας ή τον Ίωνα θα αποκομίση τα εξής: Εις τον ναόν υπήρχε «μυχός», εκεί ευρίσκετο ο ομφαλός (Ευμ. 39-40), υπήρχον πέριξ θρόνοι, εφ’ ων η Πυθιάς είδε κοιμωμένας τας Ευμενίδας, πάντα δε ταύτα ευρίσκονται εις τον χώρον, ένθα και το άγαλμα του θεού. Εν Ίωνι του Ευριπίδου επαναλαμβάνονται τα περί ομφαλού, ένθα καθίζων ο Φοίβος υμνωδεί, εκεί δε μνημονεύεται και ο τρίπους, περί τον οποίον ίστανται οι αριστείς των Δελφών, «έσω» του ναού, άνευ περαιτέρω λεπτομερειών (414-415, 512). Αναφέρονται η Πυθία και ο τρίπους (1320), αλλά παντού αναφέρεται είσοδος και έξοδος εις τον ναόν, ουδαμού «κατάβασις», ουδέ καν ρητώς το άδυτον.

Εφόσον λοιπόν και το άδυτον του ναού δεν παρουσίασεν ίχνη χρησιμοποιήσεως εις τα βαθύτερα στρώματα, πρέπει να σκεφθώμεν μήπως η «κατάβασις», ήτις μαρτυρείται εις τας μεταγενεστέρας πηγάς ενοοή άλλο άδυτον, έξω του ναού. Πράγματι ο Διόδωρος χρησιμοποιεί την φράσιν, ότι το χάσμα ευρίσκετο «εν τούτω τω τόπω, καθ’ όν εστι νυν του ιερού το καλούμενον άδυτον». Παρατηρούμεν λοιπόν, πρώτον ότι το ιερόν δεν σημαίνει μόνον ναός, αλλά και το όλον ιερόν, ακριβώς εν αντιδιαστολή προς τον ναόν. (Πάντως το Λατινικόν κείμενον Dindorf μεταφράζει templum). Δεύτερον, ότι αν επρόκειτο περί του ναού, δεν θα ήτο ανάγκη να χρησιμοποιηθή η φράσις «το καλούμενον άδυτον», αφού άδυτον ήτο κανονική ονομασία του σχετικού διαμερίσματος, εφόσον είχον τούτο οι ναοί. Όταν προς ταύτα συνδυάσωμεν και την είδησιν ότι η Πυθία κατήρχετο εις το άδυτον τούτο, αγόμεθα εις το συμπέρασμα ότι έκειτο εκτός του ναού, εις βαθύτερον σημείον, πιθανώς δε εις τα πέριξ του ιερού της Γης.Τοιαύτα «άδυτα», εκτός των ναών, εις τα οποία κατήρχοντο, υπήρχον και αλλαχού της Ελλάδος 1. Το φωτεινότερον παράδειγμα είναι το εν τω ιερώ του Ισθμού, ένθα εντός του περιβόλου του Παλαίμονος περιγράφεται υπό του Παυσανίου «εν αριστερά ναός… έστι δε και άλλο Άδυτον καλούμενον, κάθοδος δε εις αυτό υπόγειος, ένθα δη τον Παλαίμονα κεκρύφθαι φασίν» 2. Η αναλογία μεταξύ των αδύτων των δύο ιερών μού φαίνεται σπουδαία, αφού εις αμφοτέρας τας περιγραφάς χρησιμοποιείται η αυτή φράσις, το καλούμενον άδυτον (Διόδ.) – άδυτον καλούμενον (Παυσ.). Επί πλέον, κατ’ άλλας παραδόσεις, και εις το άδυτον των Δελφών ήτο τεθαμμένος ο Πύθων, ως εις το του σταθμού ο Παλαίμων.Κατά ταύτα εκτός του ναού του Απόλλωνος έκειτο το άδυτον, κατέβαινον εις αυτό, εκεί δ’ υπήρχε το χάσμα και εκεί πρέπει να αναζητηθή. Μία δε μαρτυρία του Ηροδότου δύναται να αναβιβάση την περί αυτού παράδοσιν μέχρι τουλάχιστον του πέμπου π.Χ. αιώνος, ήτοι εις τους χρόνους της μεγίστης ακμής του μαντείου. Είναι δηλαδή γνωστόν, ότι τα χάσματα ταύτα της γης (εντός των οποίων εν Αττική κατά τα Θσμοφόρια έρριπτον δέλφακας αι γυναίκες), καθώς και οι σχετικοί υπόγειοι χώροι, εκαλούντο συνωνύμως και άδυτα και μέγαρα 3. Επομένως δύναται να έχη ιδιάζουσαν σημασίαν η ορολογία, ην χρησιμοποιεί ο Ηρόδοτος, προκειμένου περί του τρομερού χρησμού, ον επικειμένης της εισβολής του Ξέρξου έλαβον οι Αθηναίοι 4. : Οι θεοπρόποι τούτων, αφού εποίησαν τας νομιζομένας τελετάς, «ες το μέγαρον εσελθόντες ίζοντο».

Η Πυθία Αριστονίκη τότε χρα τα περί της απελπιστικής καταστροφής, ήτις επικρέμαται των Αθηνών και καταλήγει: «Αλλ’ ίτον εξ αδύτοιο». Επομένως μέγαρον και άδυτον εδώ παρουσιάζονται ως συνώνυμα (αφού το μέτρον δεν θα ημπόδιζε να λεχθή «αλλ’ ίτον εκ μεγάροιο») και πιθανώτατα ήταν είς και ο αυτός χώρος, εις τον προθάλαμον του οποίου εκάθηντο οι ξένοι και εις το βάθος έκειτο το χάσμα, οπόθεν εχρησμοδότει η Πυθία. Εις πλήρη συμφωνίαν προς ταύτα ευρίσκεται και η παρά Πλουτάρχω περιγραφή, με μόνην την διαφοράν, ότι ο χώρος «εν ώ τους χρωμένους τω θεώ καθίζουσιν» καλείται ενταύθα οίκος. Πληρούται δε ευωδίας κατά άτακτα διαστήματα εκ του πνεύματος του παρακειμένου αδύτου .Κατά Παυσανίαν (και μόνον τούτον) εντός του αδύτου έφθανε το ύδωρ της Κασσοτίδος, του οποίου η πόσις ήτο έν των στοιχείων της μαντικής εκστάσεως. Πάσαι αι άλλαι μαρτυρίαι αναφέρουν το ύδωρ της Κασταλίας. Τις και πού ήτο η Κασσοτίς δεν γνωρίζομεν ακριβώς. Ευρέθησαν όμως πολλά ίχνη δεξαμενήν και αγωγών, οίτινες ήδη από του 6ου π.Χ. αιώνος ωδήγουν το ύδωρ εις τα πέριξ του ναού κα μέχρι του πολυγωνικού αναλήμματος. Ίσως μίαν ημέραν η πληρεστέρα παρακολούθησις των αγωγών τούτων μέλλει να μας ευκολύνη εις την ανακάλυψιν του αδύτου και του χάσματος .

Απομένει εισέτι να ερμηνευθή το γεγονός: Διατί μόνον οι μεταγενέστεροι συγγραφείς αναφέρουν τόσον συχνώς το πνεύμα του χάσματος και διατί οι Πατέρες μετά τόσης βιαιότητος το επολέμησαν. Αν και είναι δυνατόν το χθόνιον πνεύμα να ανήκεν αρχικώς εις το πανάρχαιον ιερόν της Γης, είναι εξ ίσου νοητόν, διατί προθύμως ενεκολπώθη τούτο και ο Απόλλων προς τοις άλλοις τρόποις της Δελφικής μαντικής. Η Μικρασιατική καταγωγή του Απόλλωνος είναι γεγονός εξηκριβωμένον υπό της επιστήμης. Η Σίβυλλα-Πυθία εκομίσθη υπ’ αυτού εκείθεν. Κατά τον αυτόν όμως τρόπον εκομίσθη και η πίστις προς το «πνεύμα», δηλαδή την πνοήν του ανέμου .Εν τη Ανατολή είναι παμπαλαία και σταθερά δοξασία, ότι ο θεός εκδηλούται δια πνοής του ανέμου, περί τούτου δε έχει γράψει μικράν μελέτη ο Unger . Οι θεοί κυρίως εκδηλούνται υπό μορφήν πνοής των διαφόρων ανέμων, κατά την διεύθυνσιν των οποίων εθεμελιούντο ναοί και οικήματα και πόλεις ολόκληροι. Εν επισκέψει του Ασσουρβανιπάλ προς Νεβώ ο θεός (δηλ. το άγαλμα του Νεβώ) «εξέπεμψεν εκ του προσώπου του πνοήν ανέμου» προς τον βασιλέα. Ο Μαρδούκ είναι θεός «της αγαθής πνοής».

Τα αγαθοποιά πνεύματα («επτά σοφοί») εκδηλούνται ως «ευνοϊκοί άνεμοι», ωσαύτως δε και τα επτά κακοποιά πνεύματα του πυρετού και άλλων ασθενειών, άτινα εμφωλεύουν εις τα ερείπια, εκπέμπουν κατά των ανθρώπων πονηρόν πνεύμα «όπως ο άνεμος» και εισδύουν εις τα κατοικία διά της οπής του κλείθρου. Σπουδαίον ιδιαιτέρως είναι, ότι και οι λόγοι του θεού γνωστοποιούνται δια της πνοής του ανέμου. Αι αντιλήψεις δ’ αύται δεν περιορίζονται εις την Μεσοποταμίαν, αλλ’ απαντούν και εις την υπόλοιπον Μικρασιατικήν περιοχήν. Ο Unger εκείθεν εξηγεί εν εσχάτη αναλύσει και το Άγιον Πνεύμα του χριστιανισμού, ένθα η περιστερά συμβολίζει και παριστά την πνοήν του ανέμου.Ο Απόλλων λίαν ευχαρίστως ανεκάλυψε το φαινόμενον του χάσματος εν Δελφοίς και ακριβώς δια τούτο εξέλεξε το Δελφικόν τοπίον. Κάτι εγνώριζεν, όταν εβεβαίωνε τους ιερείς της Κνωσού ότι το μέλλον ήτο ιδικόν των, παρά το άξενον της Δελφικής σκηνογραφίας. Εις τας παλαιοτέρας περιόδους της ζωής του μαντείου ήτο και η πνοή του χάσματος είς των πολλών τρόπων μαντικής, ομού μετά των ενυπνίων , του κλήρου , της ορνιθομαντείας κλπ., ακόμη και της σοφίας και πολιτικής εμπειρίας του προφήτου. Κατά τους εσχάτους όμως αιώνας της προχριστιανικής και τους πρώτους της Χριστιανικής αρχαιότητος εγίνετο πολύς λόγος περί του χθονίου πνεύματος, λησμονηθέντων πρακτικώς πάντων των άλλων τρόπων μαντικής εν Δελφοίς.Το γεγονός τούτο ευρίσκει την ερμηνείαν του εις την σχετικήν εξέλιξιν των δοξασιών. Πρώτον οι Στωϊκοί και η φιλοσοφία των δια της ερεύνης περί ρευμάτων και πνευμάτων και εκπυρώσεων και των εξ αυτών αναγεννήσεων επροξένησαν σημαντικήν αλλαγήν και εις τας λαϊκάς δοξασίας. Περί τούτου, χωρίς να αποβλέψωμεν εις άλλας πηγάς, αρκετή μαρτυρία είναι ο Πλούταρχος, όστις εν εκτάσει διαλαμβάνει περί των θεωριών τούτων .

Ακόμη σπουδαιότερον όμως θεωρώ τον πρώϊμον Χριστιανικόν παράγοντα εις τον θόρυβον και τας συζητήσεις της αντιστοίχου εποχής περί το μαντικόν πνεύμα των Δελφών. Η Ανατολική πίστις περί την εμφάνισιν του Θείου υπό μορφήν πνοής ανέμου δεν είναι αλλοτρία και του Χριστιανισμού, ήδη δε και η έννοια του αοράτου και αϋλου ουσίας του θείου προ πολλού εδηλούτο δια της λέξεως του ανέμου. Η φράσις «Πνεύμα ο Θεός» ομιλεί αφ’ αυτής. Κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, οπότε οι Απόστολοι ευρίσκονται εγκεκλεισμένοι εντός οίκου, κατέρχεται ο Θεός υπό μορφήν πνοής ανέμου μετά του σχετικού ήχου της Θείας πνοής φερομένης εξ ουρανού και παρευθύς οι Απόστολοι επλήσθησαν πνεύματος αγίου.

Τι είναι τούτο το πνεύμα; Είναι ο θεός υπό μορφήν ανέμου, αλλ’ απομένει εις τας Αποστολικάς μορφάς ως Πνεύμα, το οποίον κατά την αυτήν στιγμήν μεταλλάσσει εις την ουσίαν της Πλατωνικής ιδέας: Είναι διάνοια, έμπνευσις, σοφία μετά των οποίων οι Απόστολοι πορεύονται ίνα κηρύξουν τον λόγον του Θεού επί πάσαν την Γην.Την αυτήν ακριβώς αμηχανίαν ερμηνείας της λέξεως πνεύμα αισθανόμεθα και όταν οι Στωϊκοί πρώτοι και είτα οι Χριστιανοί Πατέρες ομιλούν περί των Δελφών. Το Δελφικόν πνεύμα θεωρούν, και δικαίως, μέγαν κίνδυνον δια τους νεοφωτίστους πιστούς οι αρχηγοί της Εκκλησίας. Δια τούτο είναι χαρακτηριστική η ορμητικότης της πολεμικής των ουχί κυρίως κατά του Δελφικού μαντείου, αλλ’ ακριβώς κατά του μαντικού πνεύματος του χάσματος. Σοφοί περί τα της νέας θρησκείας, γνωρίζουν ακριβώς πού έγκειται ο κίνδυνος και τον αντικρούουν δια βιαίας πολεμικής, περιγράφοντες ως απρεπή την υπάρχουσαν παράδοσιν. Ήδη ο Ωριγένης μας πληροφορεί, ότι η προφήτις του Απόλλωνος περικαθεζομένη το της Κασταλίας στόμιον δέχεται πνεύμα δια των γυναικείων κόλπων, ού πληρωθείσα δίδει τα μαντεύματα, τα οποία εν τούτοις θεωρούνται σεμνά και θεία. Ολίγον περαιτέρω μας λέγει, ότι ταύτα τα μαντικά φθέγματα δεν είναι βεβαίως έργον «θείου πνεύματος». Ταύτα τα περί γυναικείων κόλπων και περί Κασταλίας ακούομεν δια πρώτην φοράν, διότι ουδείς αρχαίος συγγραφεύς μάς αναφέρει, ότι δια της περιέργου και απιθάνου ταύτης οδού ενεπνέετο η Πυθία .Αι αίγες, ο Κορήτας και οι λοιποί ποιμένες δεν υπέστησαν βεβαίως το πάθημα, καθ’ όν τρόπον νοεί ο Ωριγένης. Η αναπνοή των αναθυμιάσεων ήτο η προκαλούσα τον ενθουσιασμόν. Είναι όμως εξ άλλου πιθανόν ο Ωριγένης να είχεν εν ναώ της Ανατολής τας δοξασίας περί ιερείας το θεού υπό την έννοιαν της παλλακής , ας και εχρησιμοποίησε καταλλήλως.Εκατόν και επέκεινα έτη βραδύτερον, δηλ. μετά το 350 μ.Χ., Ιωάννης ο Χρυσόστομος γνωρίζει ακόμη περισσότερα. Έχει προφανώς ως πηγήν τον Ωριγένη, όστις είναι προσεκτικός και διακριτικός, διότι το μαντείον έζη σχετικώς ακμαίον εισέτι. Ο Χρυσόστομος όμως ομιλεί περισσότερον αποφασιστικώς και με περισσότερον ρεαλισμόν. Ζητεί κατά τινα τρόπον συγγνώμην προηγουμένως. Κηρύττει, λοιπόν, ότι παρά την απρέπειαν του πράγματος, είναι αναγκασμένος να είπη ότι η Πυθία επεκάθητο του τρίποδος «διαιρούσα τα σκέλη». Τότε «πνεύμα πονηρόν» κάτωθεν αναδιδόμενον και δια των γεννητικών αυτής μορίων εισδύον επλήρου ταύτης μανίας και εκβακχεύσεως. Αφρός έρρεεν εκ του στόματός της και μεθυσμένη εξεφώνει τας μανιακάς λέξεις .

Πάντως είναι λίαν χαρακτηριστική η πολεμική αύτη κατά της μαντικής αναθυμιάσεως. Αν η αναθυμίασις ήτο ανύπαρκτος εις τους Δελφούς, ως θέλουν οι σημερινοί ερευνηταί, ουδέν πρακτικώτερον και καλύτερον θα ήτο δια τους Πατέρας, παρά να τονίσουν την ψευδολογίαν των ειδωλολατρών. Δεν αρνούνται λοιπόν την ύπαρξιν του πνεύματος, διότι δεν είναι δυνατόν να την αρνηθούν. Εφόσον δε και ο Χριστιανισμός πιστεύει εις πνεύμα, περιορίζονται να ανακηρύξουν το Δελφικόν πνεύμα πονηρόν και ακάθαρτον και να περιγράψουν επί το αμαρτωλότερον, ότι εισέδυε εις την Πυθίαν δια της οδού της Προπατορικής αμαρτίας. Πάλιν και εδώ η λέξις πνεύμα έχει την ακαθόριστον σημασίαν μεταξύ υλικού αέρος και πνευματικής (=διανοητικής) υποστάσεως. Οι νέοι Χριστιανοί καλούνται να μισήσουν και να λησμονήσουν το αμαρτωλό πνεύμα του Δελφικού μαντείου, αφού και η νέα θρησκεία επίστευε και πιστεύει εις την ύπαρξιν πνεύματος αγαθού και πνεύματος πονηρού. Είναι λοιπόν πλήρως νοητή η οξεία πολεμική, αν μάλιστα λάβωμεν υπ’ όψιν, ότι επί της εποχής του Χρυσοστόμου ήσαν ακόμη δυνατά επικίνδυνα πειράματα παλινδρομήσεως της θρησκείας, ως το του Ιουλιανού.Εις τας παλαιοτέρας και μεγάλας ημέρας του Δελφικού μαντείου υπήρχε βεβαίως και η μαντική μανία της Πυθίας, διότι ήτο ακριβώς ο σύνδεσμος μετά του θείου. Η μαντική όμως ησκείτο κατά ποικίλους τρόπους και ασφαλώς οι σπουδαιότατοι των χρησμών, οι ασκήσαντες κα μεγάλην πολιτικήν επίδρασιν, ήσαν έργον του λογίου ιερατείου, όπερ περιέβαλλε την Πυθίαν. Μόνον βραδύτερον, όταν η πίστις είχε ελαττωθή και η αρχαία κοινωνία είχεν υποστή φθοράν ιδεωδών, ετονίσθη υπερβαλλόντως το χάσμα και το πνεύμα και αι θείαι ιδιότητές του ως αντίρροπον. Η πολεμική των πατέρων επέτεινε το πράγμα. Ούτω περιήλθεν εις ημάς, ζωηρότατα τονιζόμενον εκ της όλης Δελφικής μαντικής, ιδίως το φαινόμενον του χάσματος και των αναθυμιάσεων. Ταύτα υπήρχον μεν ανέκαθεν, αλλά δεν φαίνεται να ετονίζοντο ως πρωταρχικά σημεία του θείου εις τας μεγάλας ημέρας του μαντείου. Η αδίστακτος πίστις εις τον Απόλλωνα δεν άφηνε περιθώριον εις την πολυπραγμοσύνην, την οποίαν εδημιούργησε βραδύτερον η φιλοσοφική ζήτησις των Ελλήνων. 
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΑΡΙΝΑΤΟΣ

You may also like...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *