ΤΟ ΚΑΣΤΡΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΙΗΓΗΤΩΝ

Ο μεγαλύτερος όγκος πληροφοριών για το Καστρί και τα ερείπια των αρχαίων Δελφών ξεκινά να μας έρχεται απο τον 15ο αιώνα μέσα απο περιγραφές , σχέδια και πίνακες ξένων περιηγητών και για μια περίοδο τεσσάρων αιώνων – μέχρι το τέλος του 19ου όταν και ξεκίνησε η μεγάλη ανασκαφή.Ολοι σχεδόν εντυπωσιάζονται απο το τοπίο και όσα απο τα ερείπια είναι ορατά αλλά τους περισσότερους απογοητεύει η εικόνα του χωριού με τα λίγα, φτωχικά και κακοφτιαγμένα σπίτια. 

 Κι αν σε αυτό δεν έχουν άδικο, οι περιγραφές τους για τους κατοίκους ποικίλουν ανάλογα με την υποκειμενική τους κρίση – ίσως όμως πολλές φορές και να παρεξηγούν τις αντιδράσεις των χωρικών στους δικούς τους τρόπους και απαιτήσεις. Ετσι π.χ. άλλοι περιγράφουν τους Καστρίτες ως ωραίους και περιποιητικούς ενώ άλλοι τους αποκαλούν ακαλλιέργητους και δεισιδαίμονες.
Για το μέγεθος του χωριού οι πρώτες πληροφορίες μας δίνονται απο τα διοικητικά αρχεία των οθωμανών κατακτητών. Ετσι γνωρίζουμε επιβεβαιωμένα πως το 1466 το Καστρί το αποτελούσαν 83 εστίες (σπίτια-οικογενειες), το 1506 οι εστίες είναι 106, το 1529 είναι 125 και το 1570 υπάρχουν στο χωριό 121 εστίες.
Ας δούμε κάποιες χαρακτηριστικές περιγραφές  περιηγητών :
α) 1676,  “Το χωριό δεν έχει παραπάνω απο εκατό νοικοκυριά και τα σπίτια είναι εξαιρετικά κακοκτισμένα. Υπάρχουν μόνο μια ντουζίνα Τούρκοι που έχουν ένα τζαμί, για τους Ελληνες όμως υπάρχουν πέντε ή έξι εκκλησίες. Είναι καλοί άνθρωποι, μας υποδέχτηκαν πολύ θερμά και φαίνεται πως κρατάνε ακόμη κάτι απο τη φιλοξενία των προγόνων τους” (Jacob Spon – Γάλλος γιατρός & George Wheler – Αγγλος φυσιοδίφης ).

β) 1780,  Ο ζωγράφος και αρχαιόφιλος Louis-Francois Sebastien Fauvel γράφει μεταξύ άλλων :“ Η κατάσταση αυτού του χωριού , που έχει σαράντα περίπου σπίτια, είναι φρικτή. Βρίσκεται πάνω στην πλαγιά ενός βουνού που η κορυφή του είναι ένας απόκρημνος βράχος και μοναδική θέα στα ανατολικά έχει άγρια βουνά στους πρόποδες των οποίων κυλάει ένα μικρό ποταμάκι που χύνεται στη θάλασσα. Σε τούτο τον τόπο, το μόνο που βλέπει κανείς είναι μερικά απομεινάρια απο αρχαίους τοίχους, που δεν έχουν πια κανένα σχήμα, και μερικά μάρμαρα, λίγα όμως με επιγραφές. Χαιρόμασταν με την ιδέα οτι θα μπορούσαμε να τα αντιγράψουμε, αλλά οι προύχοντες του χωριού, αφού πρώτα μας ρώτησαν ποιοί είμαστε, ποιός ήταν ο βασιλιάς μας και τι γυρεύαμε στον τόπο τους, μας είπαν πως όχι μόνο δεν μπορούσαμε να τις αντιγράψουμε, αλλά ούτε καν μας επέτρεπαν να βγούμε απο τα σπίτια μας, γιατί είπαν, πως απο τότε που οι Φράγκοι είχαν έρθει στον τόπο τους ήταν δυστυχισμένοι”.

γ) 1784,  “ Πάνω στα ερείπια αυτής της άλλωτε τόσο περήφανης πόλης, στέκει σήμερα ένα μικρό χωριό που απαρτίζεται απο τριάντα σπίτια όπου κατοικούν Ελληνες υπο τις διαταγές ενός Σπαχή, του Μουσταφά Μπάφα, που έχει στην κατοχή του αυτό το χωριό με την ιδιότητα του τιμαριούχου. Σήμερα το χωριό ονομάζεται Καστρί και έχει ένα μοναστήρι, το ίδιο μικρό και άθλιο, που το λένε Παναγία. Τα ερείπιά του, ωστόσο, είναι εύγλωττοι μάρτυρες του περασμένου μεγαλείου και της σπουδαιότητας της πόλης” (Adolf Fredrik Sturtzenbecker –Σουηδός πάστορας).

δ) 1840,  Ο Γερμανός φιλόλογος Carl Otfried Muller παθαίνει ηλίαση αντιγράφωντας τις επιγραφές του πολυγωνικού τοίχου τον Ιούλιο του 1840 και πεθαίνει λίγες μέρες αργότερα στην Αθήνα όπου έχει μεταφερθεί. Σώζονται τα τελευταία γράμματά του προς την γυναίκα του. Στις 17 Ιουλίου γράφει:
“ Βρισκόμαστε εδω και δυο μέρες στους Δελφούς και νοιώθουμε εντελώς σαν στο σπίτι μας. Ο δήμαρχος και ο γαμπρός του, όπως και ο οικοδεσπότης μας, που παλαιότερα ήταν δήμαρχος και νομίζει οτι είναι γνώστης των αρχαιοτήτων του τόπου, μας προσφέρουν μεγάλη βοήθεια και οι συστάσεις του υπουργού και του διοικητή των Σαλώνων υπήρξαν εξαιρετικά αποτελεσματικές”.Στο επόμενο γράμμα του όμως στις 26 Ιουλίου, και αφού φαίνεται πως έσκαψε και εισχώρησε στους υπόγειους θαλάμους του ναού του Απόλλωνα η κατάσταση έχει ανατραπεί. Γράφει : “Οι προσπάθειες και τα έξοδα που έχω κάνει γι αυτό το εγχείρημα ανταμείφθηκαν σε μεγάλο βαθμό και ακόμα περισσότερο γιατί το τρίτο δωμάτιο, που προχωρούσε προς τα επάνω, θα πρέπει να μας δώσει σημαντικές πληροφορίες όταν θα αποκαλυφθεί εντελώς. Εκείνη την ημέρα όμως, οι φωνές των γυναικών απο τα γειτονικά σπίτια διατάραξαν τις εργασίες -και οι Δελφιώτισσες έχουν γερά πνευμόνια- φοβόντουσαν τις συνέπειες των ανασκαφών για τα σπίτια τους και δεν ηρέμησαν ούτε όταν τους υποσχέθηκα πως θα αποκαθιστούσα την τάξη. Το επόμενο πρωί όλα άλλαξαν. Ο ίδιος ο δήμαρχος, που ήταν ήδη θυμωμένος μαζί μας επειδή δεν μείναμε στο σπίτι του, παρασύρθηκε σε μια συνωμοσία και αρνήθηκε να μας δώσει άδεια να συνεχίσουμε τις ανασκαφές. Ολες μου οι ελπίδες κατέρρευσαν”. 

 ε) 1841,  Ο Γάλλος δημοσιογράφος και ιστορικός Jean-Alexandre Buchonσημειώνει τα παρακάτω διασκεδαστικά : “ Η βουνοπλαγιά των Δελφών είναι σήμερα γνωστή μόνο για το κρασί της, ζεστό κι ελαφρύ ταυτόχρονα. Σε αυτή τη νόμιμη βιοτεχνία των κατοίκων προστίθεται και μια άλλη πολύ λιγότερο θεμιτή, αυτή των πλαστών αρχαιοτήτων. Κάθε περιηγητής ή “μιλόρδι”, όπως εδώ ονομάζουν τον κάθε αλλοδαπό, μπορεί να βρεί ο,τιδήποτε θελήσει. Θέλει παλαιά χάλκινα αντικείμενα, παλαιά νομίσματα, παλαιά λυχνάρια, δαχτυλίδια, χαραγμένες πέτρες; Θα του τα προμηθεύσουν όλα, φρεσκοφτιαγμένα στην Αθήνα, τη Σύρο ή την Κέρκυρα, χρησιμοποιώντας παλαιά πρότυπα για τα μεν ή εκμαγεία για τα άλλα. Για να μιμηθούν καλύτερα τη σκουριά ή το παλαιό χρώμα, τα έχουν τοποθετήσει για αρκετό καιρό μέσα σε χώμα ανακετεμένο με κοπριά. Αν επιμένετε μάλιστα θα τα αποκαλύψουν μπροστά στα μάτια σας και τα έργα τέχνης που ήρθαν στο φως με αυτόν τον τρόπο θα ταξιδέψουν κατόπιν στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Αγγλία για να πλουτίσουν τα τοπικά μουσεία”.
στ) 1851,  Τον Ιανουάριο οι Γάλλοι συγγραφείς Maxime du Camp και Gustave Flaubert φτάνουν στους Δελφούς και ο δεύτερος γράφει : “ Είναι ένα εμπνευσμένο τοπίο! Είναι λυρικό και προκαλεί τον ενθουσιασμό. Τίποτα δεν του λείπει: το χιόνι, τα βουνά, η θάλασσα, η χαράδρα, τα δένδρα, το πράσινο! Και τι βάθος στον ορίζοντα! (…) Μένω πάντα έκπληκτος απο την ομορφιά των ανθρώπων αυτού του τόπου. Η ανδρική μορφή σε όλη της τη λάμψη. Οι γυναίκες, πολλές ξανθές, λιγότερο όμορφες συγκριτικά. Τα παιδιά και οι έφηβοι υπέροχοι. Ενας έφηβος, με το τουφέκι στον ώμο, λίγο προτεταμένη μύτη, πλούσια μαλλιά που ξεφεύγουν κάτω απο τον σκούφο του, πέρασε απο κοντά μας, κάτω απο την πηγή. Είχε γκλίτσα για να πιάνει τα πρόβατα απο το πόδι”.
ζ) Απο τις πιο πλήρεις και γλαφυρές περιγραφές για το χωριό, τους ανθρώπους, τρόπους και συνηθειες, είναι αυτή του Alfred Gillieron που ήρθε στο Καστρί το 1876 και σαν γνώστης της ελληνικής γλώσσας αλλά και ιστορίας και μυθολογίας μιλάει για όλα σε ένα μακροσκελές κείμενο που δημοσιεύθηκε σε βιβλίο τον επόμενο χρόνο. Μερικά χαρακτηριστηκά σημεία του κειμένου :1. Μπαίνουμε στο μικρό καφενείο του Παναγιώτη όπου ζητήσαμε στέγη και φαγητό. Το είχαμε μεγάλη ανάγκη έπειτα απο 60 στάδια κοπιαστικής ανάβασης. Αλίμονο όμως, εμείς πέσαμε σε πλήρη νηστεία, γιατί η ελληνική εκκλησία κάνει μια μικρή σαρακοστή των 15 ημερών πρίν την Κοίμηση της Θεοτόκου. Και η ελληνική σαρακοστή να ξέρετε δεν είναι μια αστειότητα. Δεν τρώει κανείς καθ’ όλη τη διάρκειά της, ούτε κρέας, ούτε ψάρι, ούτε βούτυρο, ούτε τυρί, ούτε γάλα, ούτε λάδι, ούτε αυγά. Εάν κάποιος θέλει να συμμορφωθεί πρέπει να περιορίζεται στο ψωμί, στα νερόβραστα λαχανικά, στον ταραμά και στις ελιές. Ο Παναγιώτης όμως προσφέρθηκε να μας ετοιμάσει μερικά αυγά. Ευτυχώς είμαστε ευχάριστα αφημένοι στον ασκητισμό μας και στο θέαμα που μας πρόσφερε αυτή η ταπεινή παράγκα, της οποίας ένας πάγκος, τρία χαραγμένα τραπέζια και μερικά ντουλάπια με μια χοντρή σιδεριά συνθέτουν όλη την επίπλωση. 

2. Στην συνέχεια έγιναν αντικείμενο παρατήρησης για τους ντόπιους :
Οι μισοί περίπου αρσενικοί του χωριού σχηματίζουν μια πραγματική αυλή γύρω μας. Είναι όλοι άνδρες υπερήφανοι, φυσικά κομψοί στους τρόπους έκφρασης και στο βάδισμα παρά τη λεκιασμένη φουστανέλα τους. Ετσι το καφενείο είναι τόσο μικρό για να χωρέσει όλους αυτούς που ήθελαν να μπούν. Κανείς όμως δεν σπρώχνει το διπλανό του, όπως θα έκαναν σε μας. Πολλοί μένουν όρθιοι κοντά στην πόρτα και ψιθυρίζουν κοιτάζοντάς μας. Οι άλλοι παίρνουν θέση μπροστά στο τραπέζι και σερβίρονται ένα ποτήρι ρακί, αρωματισμένο με γλυκάνισο που το πίνει κανείς με νερό. Κάποιοι παίζουν χαρτιά και φιλονικούν ενώ ένα χάρτινο χωνί με σπόρους φακής χρησιμεύει για το μέτρημα των πόντων στο παιχνίδι. 

Οι πιο τολμηροί μας πλησιάζουν, εξετάζουν τα ρούχα μας, τα βιβλία μας, τα όπλα μας και αποφασίζουν επιτέλους να μας ρωτήσουν. Η ευχαρίστησή τους είναι μεγάλη, όταν βλέπουν οτι μιλώ ελληνικά. Η μεγαλύτερη ικανοποίηση απο όλους είναι του Παναγιώτη που μας φιλοξενεί. Ψηλός στο ανάστημα, λυγερός και σβέλτος, είναι παντού πρόθυμος. Η λεπτή και επιμήκης φιγούρα του εκφράζει απλοϊκά την ευχαρίστηση που του δίνει η άφιξη των δύο ξένων.
3. Αργότερα, οι προετοιμασίες για τη νύχτα δεν είναι μεγάλες. Ο Παναγιώτης ενώνει τα δυο τραπέζια του καφενείου, απλώνει απο πάνω μια κουβέρτα και ο συνοδός μου κι εγώ πλαγιάσαμε αδελφικά πάνω σ’ αυτό το σπαρτιάτικο παλιοκρέβατο, ενώ ο ιδιοκτήτης του καφενείου, διαμόρφωσε τον ξύλινο πάγκο του μαγαζιού σε κρεβάτι για τον ίδιο. Η νύχτα όπως μπορεί κάποιος να σκεφτεί είναι μακριά και σκληρή.
4. Εκτός απο το χωριό και τις αρχαιότητες επισκέφθηκαν το κεφαλόβρυσο και τους νερόμυλους :
Εκάτο βήματα πιο μακριά απο την πηγή (σημ. Κεφαλόβρυσο) είσαι ήδη στον πρώτο απο τους 8 ή 10 μύλους που είναι παραταγμένοι κλιμακωτά κατά μήκος του ρυακιού. Αφού έχει γυρίσει το νερό όλους αυτούς τους μύλους, οδηγείται κάτω στίς πλαγιές της κοιλάδας όπου χρησιμεύει για να ποτίζει τις ελιές. Μπροστά στον μύλο μερικοί άντρες είναι απασχολημένοι να πλέκουν πανέρια απο λεπτά κλαδιά ελιάς. Ενας ταξιδεμένος απο αυτούς ξέρει και συνεννοείται στην ιταλική γλώσσα. Στο εσωτερικό του μύλου ένας άλλος Καστρίτης ζυμώνει ένα γλυκό με λάδι ελιάς. Μας προσκαλεί να φάμε απ’ αυτό σε περίπου μια ώρα που θα είναι έτοιμο και δεχόμαστε. Για να δούμε που θα το ψήσει δεν έχουμε παρά να τον ακολουθήσουμε μέχρι τον παρακάτω μύλο. Αυτός ο δεύτερος μύλος είναι μια εγκατάσταση όπου λευκαίνεται η μάλλινη φανέλα που χρησιμεύει για να κατασκευάζουν τα γυναικεία ενδύματα. Εξι ή επτά μεγάλα ξύλινα σφυριά, μπαίνουν σε κίνηση απο το νερό και κτυπούν κυκλικά το ύφασμα που ένας εργάτης με μια κούφια κολοκύθα δεν παύει να ραντίζει με σαπουνάδα. Παραδίπλα ο άνθρωπός μας τοποθέτησε κάτω απο τις ακόμα ζεστές στάχτες το γλυκό που μας πρότεινε να μοιραστούμε μαζί του. 

Μέχρι να ψηθεί το γλυκό μας έχουμε τον χρόνο να κάνουμε ένα πέρασμα απο όλους τους μύλους και να μια έκλπληξη! Μια πραγματική μηχανή για την έκθλιψη ελιών κατασκευασμένη απο μασίφ σίδερο και ο ιδιοκτήτης του μύλου μας το βεβαιώνει με καμάρι αν και στην συνέχεια δεν πείθεται απο τα λόγια μας πως μπορεί να έχει καλύτερα αποτελέσματα αν χρησιμοποιήσει γι αυτή τη δουλειά την δύναμη του νερού που κινεί τον μύλο. 

5. Υπάρχει και η αναφορά πως πριν την περίοδο των ανασκαφών ακόμα υπήρχε διορισμένος αρχαιοφύλακας :
Κάθε ξένος που περνά απο τους Δελφούς, συννενοείται απαραιτήτως με τον αρχαιοφύλακα. Ο φτωχός γέρος που έχει δεί στη νεότητά του τους Τούρκους βαδίζει δύσκολα με το μπαστούνι του στο χέρι, ανάμεσα στις αρχαίες τοιχοποιίες και τις νεότερες αθλιότητες (τα ερειπωμένα απο τον σεισμό σπίτια), απασχολημένος να εξετάζει όλες τις πέτρες και να ερευνά όλες τις κρυφές γωνιές της κοιλάδας. Εδώ, πολλές εβδομάδες περνούν χωρίς να φανεί κανείς στον ορίζοντα, αλλά όταν ένα καπέλο κι ένα φράγκικο ένδυμα φαίνεται στη στροφή της κοιλάδας, ο αρχαιοφύλακας είναι ήδη όρθιος και φτάνει συγχρόνως με εσάς εκεί που είστε.Ο ξεναγός μας προσκαλεί ν’ ανέβουμε στην καλύβα του, που είναι απο τις λιγότερο άσχημες του χωριού. Είχε μέσα στην αυλή του έναν αριθμό απο φυλασσόμενες επιγραφές που επόπτευε με ματιά ζηλωτή. Με την ευκαιρία αυτή γνωριστήκαμε με την κόρη του, η οποία μέσα στην φορεσιά της φέρνει κάποια ομοιότητα με ινδικό είδωλο. Τα χέρια της επιμελώς σκεπασμένα με δαχτυλίδια, το μέτωπό της καλυμμένο απο ένα διάδημα βάρους μερικών λιβρών απο μέταλλα ή φλουριά που κρέμονται στα πλάγια μέχρι το λαιμό της, ενώ μεγάλες πλάκες ψεύτικου χρυσού απλώνονται πάνω στο στήθος της και τεράστιες πλεξούδες πέφτουν στην πλάτη της, καθώς το σώμα είναι φυλακισμένο μέσα σε 2-3 χιτώνες κεντημένους και φορεμένους πανω απο το μεσοφούστανο. Τέτοια είναι η πομπώδης φορεσιά όλων των Αρτέμηδων των Δελφών, τις συγκεκριμένες μέρες σχόλης.
6. Τους κατοίκους τέλος τους περνά απο ακτινογραφία:
Οι Δελφιώτες είναι όπως όλοι οι Ελληνες περισσότερο ενεργοί στο πνεύμα παρά στο σώμα. Τους βλέπεις σαν αδέρφια ενωμένους στη δημόσια πλατεία, για να μιλήσουν για τα νέα της ημέρας, ενώ οι γυναίκες εργάζονται στα χωράφια ή ακολουθούν τα μουλάρια στα μονοπάτια του βουνού. Είναι μέσα σ’ αυτή την αγορά πάντοτε ειρηνικοί, ενώ αναλύουν τα τοπικά προβλήματα και τα μεγάλα συμφέροντα της πολιτικής του βασιλείου. Το αντικείμενο της ημερήσιας διάταξης, την εποχή που περάσαμε απο τους Δελφούς, ήταν τα οικονομικά προβλήματα που είχαν αναφανεί στους Ελληνες και που έπρεπε προοδευτικά να απορροφήσουν την προσοχή τους αν ήθελαν να κατακτήσουν αποφασιστικά τη θέση ενός πολιτισμένου έθνους. Αλλο θέμα ήταν η ενεργοποίηση για την αγορά ενός ελαιοτριβείου που να λειτουργεί με ατμό, σαν αυτό που ήδη κατέχει η Αράχοβα. Μάλιστα, καθένας έδινε τη γνώμη του πάνω στο σύστημα, στο κόστος και τη θέση της μηχανής σαν να ήσαν ενήμεροι για όλα. Τέλος επείγονταν να κάνουν πραγματικότητα έναν ευγενή σκοπό, και βάλθηκαν κατόπιν με αποφασιστικότητα να κατασκευάσουν τον αμαξιτό δρόμο που θα επέτρεπε να συνδεθεί η Αράχοβα και το Καστρί με τη θάλασσα. 

Πηγές : α) Δελφοί – Αναζητώντας το χαμένο Ιερο (Εκδοση : Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή & Εφορεία Αρχαιοτήτων Δελφών)β) Στάθη Ασημάκη : Περιηγητές στο Πύθιο Ιερό, στον Παρνασσό και τα πέριξ (Ψηφιακή έκδοση Λαογραφικού Μουσείου Αράχοβας)

You may also like...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *